HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πειραχτήρι | Babel Free

Noun CEFR C2 Specialized
/pi.ɾaˈxti.ɾi/

Ορισμοί

το παιδί ή άλλο πρόσωπο που αρέσκεται να πειράζει τους άλλους, να αστεΐζεται μαζί τους

Παραδείγματα

“※ Όταν όμως κυρίευε τη Γιολάντα η μελαγχολία, στις προσωπικές της εξομολογήσεις, το αγοροκόριτσο - πειραχτήρι μεταμορφωνόταν σε ένα μικρό παιδάκι, παρατημένο, ανυπεράσπιστο, ανήμπορο. (Απόστολος Δοξιάδης, Ερασιτέχνης επαναστάτης, Προσωπική μυθιστορία, εκδ. Ίκαρος, 2018)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πειραχτήρι used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course