HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κουρσάρος | Babel Free

Noun feminine CEFR B2
/kuɾˈsa.ɾos/

Ορισμοί

  1. πειρατής, κυρίως γαλλικής καταγωγής ή από τις ακτές της βόρειας Αφρικής
  2. ανδρικό επώνυμο
  3. οποιοσδήποτε πειρατής
    figuratively

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“※ Ο Χαϊρεντίν ήταν ναύαρχος, ελληνικής καταγωγής -από τη Λέσβο ήταν η μητέρα του-, στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και κουρσάρος των ακτών της Μπαρμπαριάς, της σημερινής βόρειας Αφρικής. (εφ. Ελευθεροτυπία, 8.4.2013)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κουρσάρος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course