Meaning of παπάρα | Babel Free
paˈpaɾaΟρισμοί
- το ψωμί που βουτάμε σε υγρό ώστε να απορροφηθεί μια ποσότητα και κατόπιν να φαγωθεί π.χ. η παπάρα στο λάδι που μένει στη σαλάτα (π.χ. στη χωριάτικη) ή στο γάλα.
- γυναικείο επώνυμο
- η βλακεία, βλακώδης λόγος ή ενέργεια, ≈ συνώνυμα: παπαριά
Παραδείγματα
“Βουτώ την παπάρα σε λάδι.”
I dunk bread into oil.
“Ο γέρος όλο κάθεται και λέει παπάρες.”
The old man just sits and talks nonsense all the time.
“Τι παπάρες λες...”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.