HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του παπάρα | Babel Free

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Specialized
paˈpaɾa

Ορισμοί

  1. το ψωμί που βουτάμε σε υγρό ώστε να απορροφηθεί μια ποσότητα και κατόπιν να φαγωθεί π.χ. η παπάρα στο λάδι που μένει στη σαλάτα (π.χ. στη χωριάτικη) ή στο γάλα.
  2. γυναικείο επώνυμο
  3. η βλακεία, βλακώδης λόγος ή ενέργεια, ≈ συνώνυμα: παπαριά

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“Βουτώ την παπάρα σε λάδι.”

I dunk bread into oil.

“Ο γέρος όλο κάθεται και λέει παπάρες.”

The old man just sits and talks nonsense all the time.

“Τι παπάρες λες...”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη παπάρα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free