HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

παλιός

Επίθετο θηλυκό CEFR B1 Frequent
paˈʎos

Ορισμοί

  1. που ανάγεται στο παρελθόν (αλλά για ιστορικές εποχές, δείτε και παλαιός)
  2. που έχει κατασκευαστεί πριν από πολλά χρόνια και, συνήθως, έχει υποστεί τη φθορά του χρόνου
  3. που χρησιμοποιούνταν ή ίσχυε στο παρελθόν και τώρα έχει αντικατασταθεί ή χρησιμοποιείται παράλληλα με κάτι άλλο νεότερο προς το οποίο και αντιτίθεται
  4. δείτε και τα ουσιαστικά: ο παλιός, τα παλιά

Ισοδύναμα

Españolviejo
Françaisancienvieux
57 more languages
Afrikaansoud
العربيةبالقديم
Azərbaycan dilikeçmiş
Българскистар
Catalàvell
Cymraeghen
Danskgammel
Esperantomalnova
Eestivana
فارسیباستانی
Gaeilgeseanséan
עבריתבלויישן
हिन्दीपुराना
Magyarrégi
Հայերենհին
Bahasa Indonesiaamohlamalecek
Íslenskagamall
Italianovecchio
ქართულიძველი
Latinaveteris
Lëtzebuergeschal
Lietuviųsenas
Latviešuvecs
Македонскидамнешен
Bahasa Melayulama
Maltixiħ
Nederlandsoud
Portuguêsvelho
Русскийстарый
Slovenčinastarý
Slovenščinastar
Shqipvjetër
Kiswahilimkongwe
தமிழ்பழைய
Türkçeeski
اردوبوڑھا
O'zbekchaeski
Tiếng Việtcứcủcucụcu᷃̃mụ
中文老年
繁體中文老年
isiZuludala

Παραδείγματα

“ένας παλιός μου φίλος παντρεύεται και θα πάω στο γάμο”
στις ταινίες εποχής βλέπουμε να κυκλοφορούν παλιά αυτοκίνητα”
“είχαν στο σπίτι ένα παλιό πιάνο”
“πούλησε το παλιό του αυτοκίνητο σε έναν γνωστό”
“χρησιμοποιεί για τις καθημερινές μετακινήσεις μέσα στην πόλη το παλιό αυτοκίνητο”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη παλιός σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free