HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του παλιός | Babel Free

Επίθετο θηλυκό CEFR B1 Frequent
paˈʎos

Ορισμοί

  1. που ανάγεται στο παρελθόν (αλλά για ιστορικές εποχές, δείτε και παλαιός)
  2. που έχει κατασκευαστεί πριν από πολλά χρόνια και, συνήθως, έχει υποστεί τη φθορά του χρόνου
  3. που χρησιμοποιούνταν ή ίσχυε στο παρελθόν και τώρα έχει αντικατασταθεί ή χρησιμοποιείται παράλληλα με κάτι άλλο νεότερο προς το οποίο και αντιτίθεται
  4. δείτε και τα ουσιαστικά: ο παλιός, τα παλιά

Ισοδύναμα

Afrikaans oud
العربية بال قديم قديم
Azərbaycanca keçmiş keçmiş
Български стар
Català vell vell
Cymraeg hen
Dansk gammel
English old old worn out
Esperanto malnova malnova
Español viejo viejo
Eesti vana vana
فارسی باستانی
Français ancien ancien vieux vieux
Gaeilge séan sean sean
עברית בלוי ישן ישן
हिन्दी पुराना
Magyar régi régi
Հայերեն հին հին
Bahasa Indonesia amoh lama lecek
Íslenska gamall
Italiano vecchio vecchio
日本語 ひだるい へとへと 古い 古い
ქართული ძველი ძველი
Kurdî pîr pîr pir
Latina veteris veteris
Lëtzebuergesch al
Lietuvių senas
Latviešu vecs
Македонски дамнешен
Bahasa Melayu lama lama
Malti xiħ xiħ
Nederlands oud oud
Polski leciwy padnięty stary stary
Português velho velho
Română antic antic bătrân bătrân vechi
Русский старый старый
Slovenčina starý starý
Slovenščina star
Kiswahili mkongwe mkongwe
தமிழ் பழைய
Türkçe eski eski
Українська стародавній стертий
Oʻzbekcha eski
Tiếng Việt cụ cứ củ cu cu᷃̃ mụ
中文 老年 老年
ZH-TW 老年 老年
IsiZulu dala dala

Παραδείγματα

“ένας παλιός μου φίλος παντρεύεται και θα πάω στο γάμο”
“στις ταινίες εποχής βλέπουμε να κυκλοφορούν παλιά αυτοκίνητα”
“είχαν στο σπίτι ένα παλιό πιάνο”
“πούλησε το παλιό του αυτοκίνητο σε έναν γνωστό”
“χρησιμοποιεί για τις καθημερινές μετακινήσεις μέσα στην πόλη το παλιό αυτοκίνητο”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη παλιός σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free