παλιός
Ορισμοί
- που ανάγεται στο παρελθόν (αλλά για ιστορικές εποχές, δείτε και παλαιός)
- που έχει κατασκευαστεί πριν από πολλά χρόνια και, συνήθως, έχει υποστεί τη φθορά του χρόνου
- που χρησιμοποιούνταν ή ίσχυε στο παρελθόν και τώρα έχει αντικατασταθεί ή χρησιμοποιείται παράλληλα με κάτι άλλο νεότερο προς το οποίο και αντιτίθεται
- δείτε και τα ουσιαστικά: ο παλιός, τα παλιά
Ισοδύναμα
57 more languages
Afrikaansoud
Azərbaycan dilikeçmiş
Българскистар
Catalàvell
Cymraeghen
Danskgammel
Esperantomalnova
Eestivana
فارسیباستانی
हिन्दीपुराना
Magyarrégi
Հայերենհին
Íslenskagamall
Italianovecchio
ქართულიძველი
Latinaveteris
Lëtzebuergeschal
Lietuviųsenas
Latviešuvecs
Македонскидамнешен
Bahasa Melayulama
Maltixiħ
Nederlandsoud
Portuguêsvelho
Русскийстарый
Slovenčinastarý
Slovenščinastar
Shqipvjetër
Kiswahilimkongwe
தமிழ்பழைய
Türkçeeski
اردوبوڑھا
O'zbekchaeski
中文老年
繁體中文老年
isiZuludala
Παραδείγματα
“ένας παλιός μου φίλος παντρεύεται και θα πάω στο γάμο”
“στις ταινίες εποχής βλέπουμε να κυκλοφορούν παλιά αυτοκίνητα”
“είχαν στο σπίτι ένα παλιό πιάνο”
“πούλησε το παλιό του αυτοκίνητο σε έναν γνωστό”
“χρησιμοποιεί για τις καθημερινές μετακινήσεις μέσα στην πόλη το παλιό αυτοκίνητο”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free