Meaning of ορεκτικό | Babel Free
/o.ɾe.ktiˈko/Ορισμοί
- οτιδήποτε τρώγεται πριν από το κανονικό φαγητό, προκειμένου ν’ ανοίξει η όρεξη
-
φάρμακο για την καταπολέμηση της ανορεξίας rare
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.