Meaning of μίζα | Babel Free
/ˈmi.za/Ορισμοί
- η παράνομη προμήθεια που δίνεται σε κάποιον που μεσολάβησε σε μια εμπορική συμφωνία
- ο μηχανισμός που θέτει τον κινητήρα σε λειτουργία
- γυναικείο επώνυμο
- τα λεφτά που στοιχηματίζει κάποιος στο καζίνο ή στα χαρτιά
Ισοδύναμα
English
starter
Παραδείγματα
“※ Κάθε μηχανισμός για να πάρει μπροστά χρειάζεται λάδι και μίζα. Η μίζα κινεί την παραοικονομία, η οποία κινεί την οικονομία. Οι Τούρκοι την έλεγαν μπαξίσι, αλλά εμείς τους έχουμε ξεπεράσει (Νίκος Γ. Δήμου, Ειρωνικό Νεοελληνικό Λεξικό, Ένατη ανανεωμένη έκδοση, εκδ. Πατάκης, 2013)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.