Σημασία του νοσταλγώ | Babel Free
no.stalˈɣoΟρισμοί
νιώθω νοσταλγία, δηλαδή ψυχικό πόνο και γλυκόπικρα συναισθήματα που προκαλούνται από την ανικανοποίητη εισέτι λαχτάρα του γυρισμού στην πατρίδα, σε κάποιον αγαπημένο τόπο ή σε ευχάριστες καταστάσεις που ζήσαμε στην παιδική ηλικία
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of νοσταλγώ.
Ισοδύναμα
Čeština
nostalgický
Eesti
tundma
עברית
נוסטלגי
Kurdî
mîss
Te Reo Māori
manatū
Монгол
үгүйлэх
Svenska
nostalgisk
Türkçe
nostaljik
Παραδείγματα
“Νοσταλγώ τα καλοκαίρια της παιδικής μου ηλικίας.”
I feel nostalgic for the summers of my childhood.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free