νοσταλγώ
Ορισμοί
νιώθω νοσταλγία, δηλαδή ψυχικό πόνο και γλυκόπικρα συναισθήματα που προκαλούνται από την ανικανοποίητη εισέτι λαχτάρα του γυρισμού στην πατρίδα, σε κάποιον αγαπημένο τόπο ή σε ευχάριστες καταστάσεις που ζήσαμε στην παιδική ηλικία
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of νοσταλγώ.
Ισοδύναμα
25 more languages
Češtinanostalgický
Eestitundma
עבריתנוסטלגי
Kurdîmîss
Te Reo Māorimanatū
Монголүгүйлэх
Svenskanostalgisk
Türkçenostaljik
Παραδείγματα
“Νοσταλγώ τα καλοκαίρια της παιδικής μου ηλικίας.”
I feel nostalgic for the summers of my childhood.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free