Conjugation of νοσταλγώ
no.stalˈɣoνιώθω νοσταλγία, δηλαδή ψυχικό πόνο και γλυκόπικρα συναισθήματα που προκαλούνται από την ανικανοποίητη εισέτι λαχτάρα του γυρισμού στην πατρίδα, σε κάποιον αγαπημένο τόπο ή σε ευχάριστες καταστάσεις π Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | νοσταλγώ |
| εσύ | νοσταλγείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | νοσταλγεί |
| εμείς | νοσταλγούμε |
| εσείς | νοσταλγείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | νοσταλγούν |
Παρατατικός
| εγώ | νοσταλγούσα |
| εσύ | νοσταλγούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | νοσταλγούσε |
| εμείς | νοσταλγούσαμε |
| εσείς | νοσταλγούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | νοσταλγούσαν |
Αόριστος
| εγώ | νοστάλγησα |
| εσύ | νοστάλγησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | νοστάλγησε |
| εμείς | νοσταλγήσαμε |
| εσείς | νοσταλγήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | νοστάλγησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα νοσταλγήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | νοσταλγήσω |
| εσύ | νοσταλγήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | νοσταλγήσει |
| εμείς | νοσταλγήσουμε |
| εσείς | νοσταλγήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | νοσταλγήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | νοσταλγείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | νοστάλγησε |
| εσείς | νοσταλγήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | νοσταλγήσει |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.