HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← νοσταλγώ — definition

Conjugation of νοσταλγώ

Regular CEFR C2
no.stalˈɣo

νιώθω νοσταλγία, δηλαδή ψυχικό πόνο και γλυκόπικρα συναισθήματα που προκαλούνται από την ανικανοποίητη εισέτι λαχτάρα του γυρισμού στην πατρίδα, σε κάποιον αγαπημένο τόπο ή σε ευχάριστες καταστάσεις π Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ νοσταλγώ
εσύ νοσταλγείς
αυτός / αυτή / αυτό νοσταλγεί
εμείς νοσταλγούμε
εσείς νοσταλγείτε
αυτοί / αυτές / αυτά νοσταλγούν
Παρατατικός
εγώ νοσταλγούσα
εσύ νοσταλγούσες
αυτός / αυτή / αυτό νοσταλγούσε
εμείς νοσταλγούσαμε
εσείς νοσταλγούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά νοσταλγούσαν
Αόριστος
εγώ νοστάλγησα
εσύ νοστάλγησες
αυτός / αυτή / αυτό νοστάλγησε
εμείς νοσταλγήσαμε
εσείς νοσταλγήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά νοστάλγησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα νοσταλγήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ νοσταλγήσω
εσύ νοσταλγήσεις
αυτός / αυτή / αυτό νοσταλγήσει
εμείς νοσταλγήσουμε
εσείς νοσταλγήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά νοσταλγήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς νοσταλγείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ νοστάλγησε
εσείς νοσταλγήστε
Απαρέμφατο αορίστου
νοσταλγήσει

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary