HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of νοσταλγός | Babel Free

Noun masculine CEFR B2
/no.stalˈɣos/

Ορισμοί

αυτός ή αυτή που αισθάνεται νοσταλγία, δηλαδή ψυχικό πόνο και γλυκόπικρα συναισθήματα που προκαλούνται από την ανικανοποίητη εισέτι λαχτάρα του γυρισμού στην πατρίδα, σε κάποιον αγαπημένο τόπο ή σε ευχάριστες καταστάσεις που ζήσαμε στην παιδική ηλικία

Ισοδύναμα

English Homesick

Παραδείγματα

“Είχε κατέλθει μετά πολλά έτη νοσταλγός εξ Αθηνών, όπου συνήθως διέτριβεν, ασχολούμενος εις έργα ουχί παραδεδεγμένης χρησιμότητος. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Οι χαλασοχώρηδες/Μέρος ΣΤ')”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See νοσταλγός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course