Meaning of νομή | Babel Free
/noˈmi/Ορισμοί
- η φυσική εξουσίαση κάποιου πράγματος από πρόσωπο, χωρίς η κατοχή του να στηρίζεται πάντοτε σε πραγματικό δικαίωμα
- έκταση όπου υπάρχει φυτική τροφή για ζώα
-
η φυτική τροφή που βρίσκουν τα ζώα και βοσκούν σ' αυτή την έκταση broadly
- λοίμωξη του στόματος και του προσώπου, η γαγγραινώδης στοματίτιδα (cancrus oris)
Ισοδύναμα
English
possession
Παραδείγματα
“※ Σήμερα στην υποσαχάρια Αφρική χιλιάδες παιδιά πάσχουν από παραμορφώσεις του προσώπου που προκαλούνται από τη γαγγραινώδη λοιμώδη νόσο νομή (από ερώτηση του Fiorello Provera με θέμα: «Παιδιά που έχουν προσβληθεί από νομή ή γαγγραινώδη στοματίτιδα (cancrum oris)» στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (28 Σεπτεμβρίου 2010), www.europarl.europa.eu· πρόσβαση: 2019-10-31).”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.