Σημασία του νιρβάνα | Babel Free
Ορισμοί
- κατάσταση εξάλειψης του πόνου λόγω παύσης του κύκλου αναγεννήσεων, εκμηδενισμός της ατομικότητας του είναι και ταύτιση με το όλον
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Νιρβάνας
- η νιρβάνα όπως γράφεται από τους πιστούς
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Νιρβάνας accusative, genitive, singular, vocative
-
πνευματική κατάσταση στην οποία ο άνθρωπος νιώθει απόλυτη ηρεμία και γαλήνη figuratively
Ισοδύναμα
العربية
اَلنِّرْفَانَا
বাংলা
নির্বাণ
Čeština
nirvána
English
Nirvana
Español
nirvana
Français
nirvana
Gaeilge
nirbheána
हिन्दी
निर्वाण
Magyar
nirvána
Bahasa Indonesia
nirwana
Italiano
nirvana
Қазақ тілі
нирвана
ភាសាខ្មែរ
និព្វាន
ລາວ
ນິພານ
Монгол
ᠭᠠᠰᠠᠯᠠᠩ ᠠᠴᠠ ᠨᠥᠭᠴᠢᠭᠰᠡᠨ
Bahasa Melayu
nirwana
မြန်မာ
နိဗ္ဗာန်
Nederlands
nirwana
Polski
nirwana
Português
nirvana
Русский
нирвана
ไทย
นิพพาน
Українська
нірвана
اردو
نروان
Παραδείγματα
“Ο μοναχός αναζητούσε τη νιρβάνα μέσα από τον διαλογισμό.”
The monk sought nirvana through meditation.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free