Meaning of νιρβάνα | Babel Free
Ορισμοί
- κατάσταση εξάλειψης του πόνου λόγω παύσης του κύκλου αναγεννήσεων, εκμηδενισμός της ατομικότητας του είναι και ταύτιση με το όλον
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Νιρβάνας
- η νιρβάνα όπως γράφεται από τους πιστούς
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Νιρβάνας accusative, genitive, singular, vocative
-
πνευματική κατάσταση στην οποία ο άνθρωπος νιώθει απόλυτη ηρεμία και γαλήνη figuratively
Ισοδύναμα
English
Nirvana
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.