νιρβάνα
Ορισμοί
- κατάσταση εξάλειψης του πόνου λόγω παύσης του κύκλου αναγεννήσεων, εκμηδενισμός της ατομικότητας του είναι και ταύτιση με το όλον
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Νιρβάνας
- η νιρβάνα όπως γράφεται από τους πιστούς
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Νιρβάνας accusative, genitive, singular, vocative
-
πνευματική κατάσταση στην οποία ο άνθρωπος νιώθει απόλυτη ηρεμία και γαλήνη figuratively
Ισοδύναμα
30 more languages
العربيةاَلنِّرْفَانَا
বাংলানির্বাণ
Češtinanirvána
Gaeilgenirbheána
हिन्दीनिर्वाण
Magyarnirvána
Bahasa Indonesianirwana
Italianonirvana
Қазақ тілінирвана
ភាសាខ្មែរនិព្វាន
ລາວນິພານ
Монголᠭᠠᠰᠠᠯᠠᠩ ᠠᠴᠠ ᠨᠥᠭᠴᠢᠭᠰᠡᠨ
Bahasa Melayunirwana
မြန်မာနိဗ္ဗာန်
Nederlandsnirwana
Polskinirwana
Portuguêsnirvana
Русскийнирвана
ไทยนิพพาน
Українськанірвана
اردونروان
Παραδείγματα
“Ο μοναχός αναζητούσε τη νιρβάνα μέσα από τον διαλογισμό.”
The monk sought nirvana through meditation.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free