Meaning of μπουκώνω | Babel Free
/buˈko.no/Ορισμοί
-
παραγεμίζω το στόμα κάποιου με τροφή transitive
-
χορταίνω από το πολύ φαΐ intransitive
-
προκαλώ κορεσμό από την υπερβολή figuratively, intransitive, transitive
-
(σημασία: φράζω
intransitive
-
φράζω, βουλώνω intransitive
-
παραγεμίζω έναν κινητήρα με καύσιμο προκαλώντας το σταμάτημά του transitive
Παραδείγματα
“μπούκωσε η μηχανή, μπούκωσε η μύτη μου”
“Μην ανοίγεις πολύ το γκάζι όταν κατεβάζεις τη μανιβέλα, γιατί θα το μπουκώσεις.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.