Meaning of μπαράζ | Babel Free
/baˈɾaz/Ορισμοί
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- παρόμοιες δράσεις ή ενέργειες, η μία μετά την άλλη
- καταιγισμός
- καταβολή μεγάλης προσπάθειας, λίγο πριν από την τελική επίτευξη ενός στόχου
Ισοδύναμα
English
Barrage
Παραδείγματα
“Υπήρξε μπαράζ αντιδράσεων στις δηλώσεις του πρωθυπουργού.”
There was a barrage of reactions to the Prime Minister's statements.
“μπαράζ προστίμων”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.