Meaning of μεθοδεύω | Babel Free
/me.θoˈðe.vo/Ορισμοί
- επινοώ τρόπους, για να φέρω το επιθυμητό αποτέλεσμα και τους υλοποιώ με συστηματικό τρόπο
- βρίσκω μη συμβατικές ή αμφισβητήσιμης ηθικής μεθόδους, για να αντιμετωπίσω ένα ζήτημα, το λύνω με πλάγιο, έμμεσο τρόπο
Παραδείγματα
“Πρέπει να μεθοδεύσεις τη λύση του προβλήματος.”
“Μεθοδεύουν την απόλυσή μου.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.