Σημασία του μαντάρω | Babel Free
Ορισμοί
επιδιορθώνω ένα φθαρμένο ή τρύπιο ύφασμα (ή ρούχο, κάλτσα κ.λπ.) με βελονιές που μιμούνται την ύφανση, ώστε να μην είναι ορατή η επιδιόρθωση
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Μαντάρω κάλτσες τοποθετώντας μέσα ένα ξύλινο αβγό. Πάνω του κάνω τις βελονιές μου μία μία έως ότου να καλυφθεί η τρύπα.”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free