Meaning of καρικώνω | Babel Free
Ορισμοί
- στερεώνω προσωρινά, με αραιές και όχι σφιχτές βελονιές, κάποια σημεία σε ύφασμα ή ρούχο στα σημεία που πρέπει να ραφτεί
-
μαντάρω broadly, rare
Παραδείγματα
“Πήρανε νὰ μπαλώσουνε τὰ τρύπια καὶ νὰ καρικώσουν τὶς κάλτσες. (Στράτης Μυριβήλης, Ἡ ζωὴ ἐν τάφῳ, β΄ έκδοση, Αθήνα 1930)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.