HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του μανσέτα | Babel Free

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B1
manˈse.ta

Ορισμοί

  1. το κάτω τμήμα του μανικιού ενός πουκάμισου, στον καρπό, εκεί που κουμπώνουν τα μανικετόκουμπα, και το οποίο είναι συνήθως ενισχυμένο για να φθείρεται πιο δύσκολα
  2. κίνηση της πετοσφαίρισης στην οποία ο παίκτης δίνει πάσα με τη μπάλα να χτυπά στον καρπό του

Ισοδύναμα

Čeština manžeta
Deutsch Manschette
Ελληνικά μανικέτι ρεβέρ
English cuff cuff
Français manchette menotter parement poignet
Italiano ceffone polso schiaffo schiaffo
日本語
Latina colaphizo
Nederlands manchet
Svenska vika upp

Παραδείγματα

“※ Καίει το μέτωπό μου, καίει ο σβέσκος μου, οι μανσέτες απ' το πουκάμισο πληγώνουν τους καρπούς των χεριών μου. (Γιάννης Ξανθούλης (1989) Ο χάρτινος Σεπτέμβρης της καρδιάς μας [μυθιστόρημα])”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη μανσέτα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free