Meaning of μακραίνω | Babel Free
/maˈkɾe.no/Ορισμοί
- τραβάω κάτι σε μάκρος, το παρατραβάω
- κάνω πιο μακρύ ένα ρούχο ή κάτι που ανήκει στο σώμα μου
- απομακρύνομαι, ξεμακραίνω
Παραδείγματα
“Φτάνει ως εδώ, μην το μακραίνεις κι άλλο!”
“Μακραίνω τη φούστα, το παντελόνι”
“Αποφάσισες να μακραίνεις τα μαλλιά σου;/τα νύχια σου”
“Το πλοίο μάκρυνε κι έβλεπες μόνο τον καπνό από το φουγάρο...”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.