Σημασία του λουφάζω | Babel Free
Ορισμοί
- μένω ακίνητος και αμίλητος
-
κρύβομαι σε ασφαλές μέρος προσπαθώντας να μη με αντιληφθεί κάποιος εχθρός, περιμένοντας να περάσει ένας κίνδυνος broadly
Ισοδύναμα
العربية
استدفأ
Ελληνικά
λιάζομαι
Magyar
sütkérezik
Bahasa Indonesia
jemur
Latina
lateō
Te Reo Māori
pārara
Nederlands
(zich) koesteren
baden
genieten
verbergen
verstoppen
zich koesteren
zijn hartje ophalen
zwelgen
Polski
czaić się
grzać
kryć się
napawać
pławić
podkradać się
podkraść się
przyczajka
rozkoszować
ukryć się
ukrywać się
zakradać
zakraść
Română
desfăta
ไทย
ผิง
Παραδείγματα
“※ Ἡ Ὄρσα μάτην προσεπάθησε νά ἀποκοιμήση τό μωρό, αὐτό ἐπέμεινεν ἐκβάλλον γοερᾶς καί ὀξυτάτας κραυγάς: - ίίί , άάά, ίίί ! Λούφαξε, μωρὲ γρυνιάρικο ! ίίί , ίίί ! Μωρέ φτιστός ὁ πατέρας του νάναι; Ντίπ στριμένο ! (Ν. Σπανδώνης, Η Αθήνα μας. Σκηναί εκ του Αθηναϊκού Βίου., Έκδοσις πρώτη. Εν Αθήναις, εκδ. κατάστημα Γεωργίου Δ. Φέξη, 1893, σελ. 52)”
“Ἁφουγκράσου! Πῶς τ' ἀηδόνι / λούφαξε στὴν ἐρημιά. / Ἄκουσ' ἄκουσε τὸν γκιόνη, / παύει νὰ μοιρολογᾶ... (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Νύχτα βασάνου)”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free