HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of λουφάζω | Babel Free

Verb CEFR B1

Ορισμοί

  1. μένω ακίνητος και αμίλητος
  2. κρύβομαι σε ασφαλές μέρος προσπαθώντας να μη με αντιληφθεί κάποιος εχθρός, περιμένοντας να περάσει ένας κίνδυνος
    broadly

Παραδείγματα

“※ Ἡ Ὄρσα μάτην προσεπάθησε νά ἀποκοιμήση τό μωρό, αὐτό ἐπέμεινεν ἐκβάλλον γοερᾶς καί ὀξυτάτας κραυγάς: - ίίί , άάά, ίίί ! Λούφαξε, μωρὲ γρυνιάρικο ! ίίί , ίίί ! Μωρέ φτιστός ὁ πατέρας του νάναι; Ντίπ στριμένο ! (Ν. Σπανδώνης, Η Αθήνα μας. Σκηναί εκ του Αθηναϊκού Βίου., Έκδοσις πρώτη. Εν Αθήναις, εκδ. κατάστημα Γεωργίου Δ. Φέξη, 1893, σελ. 52)”
“Ἁφουγκράσου! Πῶς τ' ἀηδόνι / λούφαξε στὴν ἐρημιά. / Ἄκουσ' ἄκουσε τὸν γκιόνη, / παύει νὰ μοιρολογᾶ... (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Νύχτα βασάνου)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See λουφάζω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course