λουφάζω
Ορισμοί
- μένω ακίνητος και αμίλητος
-
κρύβομαι σε ασφαλές μέρος προσπαθώντας να μη με αντιληφθεί κάποιος εχθρός, περιμένοντας να περάσει ένας κίνδυνος broadly
Ισοδύναμα
21 more languages
العربيةاستدفأ
Ελληνικάλιάζομαι
Magyarsütkérezik
Bahasa Indonesiajemur
Latinalateō
Te Reo Māoripārara
Polskiczaić sięgrzaćkryć sięnapawaćpławićpodkradać siępodkraść sięprzyczajkarozkoszowaćukryć sięukrywać sięzakradaćzakraść
Românădesfăta
ไทยผิง
Παραδείγματα
“※ Ἡ Ὄρσα μάτην προσεπάθησε νά ἀποκοιμήση τό μωρό, αὐτό ἐπέμεινεν ἐκβάλλον γοερᾶς καί ὀξυτάτας κραυγάς: - ίίί , άάά, ίίί ! Λούφαξε, μωρὲ γρυνιάρικο ! ίίί , ίίί ! Μωρέ φτιστός ὁ πατέρας του νάναι; Ντίπ στριμένο ! (Ν. Σπανδώνης, Η Αθήνα μας. Σκηναί εκ του Αθηναϊκού Βίου., Έκδοσις πρώτη. Εν Αθήναις, εκδ. κατάστημα Γεωργίου Δ. Φέξη, 1893, σελ. 52)”
“Ἁφουγκράσου! Πῶς τ' ἀηδόνι / λούφαξε στὴν ἐρημιά. / Ἄκουσ' ἄκουσε τὸν γκιόνη, / παύει νὰ μοιρολογᾶ... (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Νύχτα βασάνου)”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free