Meaning of λάχανο | Babel Free
/ˈla.xa.no/Ορισμοί
- είδος λαχανικού με σφαιρικό σχήμα και πλατιά φύλλα
-
κλοπιμαίο, ιδιαίτερα το πορτοφόλι (στη γλώσσα των κακοποιών) dated, slang
- το χορταρικό
Ισοδύναμα
English
cabbage
Παραδείγματα
“※ Νά, λάχανα, ζωχιούς, δραξούλια, σκολιάμπρια, καψαλίζω ψᾶνες, καὶ τέτοια .. Τὸ βράδυ, ποῦ πάω στήν καλύβα, τρώγω ψωμὶ μὲ μαγέρεμμα καὶ προσφάϊ. (Η Καλλιακούδα, περιοδικό Νέα Ζωή, σελ. 148 https://kosmopolis.library.upatras.gr/index.php/nea_zoi/article/download/64857/63733)”
“※ Εμείς τρώμε τα λάχανα, τσιμπούμε τις παντόφλες, / για να μας βλέπουν τακτικά της φυλακής οι πόρτες (από το τραγούδι του Βαγγέλη Παπάζογλου "Κάτω στα λεμονάδικα")”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.