Meaning of κονσέρβα | Babel Free
Ορισμοί
- μεταλλικό στεγανό δοχείο που περιέχει τρόφιμα
- τρόπος διατήρησης τροφίμων με τη συσκευασία τους σε μεταλλικό στεγανό δοχείο, την αποστείρωσή τους και ενίοτε την προσθήκη συντηρητικών ουσιών
-
χαρακτηρισμός για κάτι που έχει προετοιμαστεί εκ των προτέρων ή για κάτι που είναι τυποποιημένο figuratively, offensive
Παραδείγματα
“να ανοίξω μια κονσέρβα τόνο;”
“※ ...ευτυχώς οι συγκάτοικοι δεν ήταν φραγκοφονιάδες. Μου αγόραζαν πανάκριβες γκουρμέ κονσέρβες: τόνους, κουνέλι με λαχανικά, πατέ πάπιας και, την πιο αγαπημένη μου, γαρίδες του ωκεανού με πέστροφα. (Λένα Διβάνη, Εγώ ο Ζάχος Ζάχαρης (νέα έκδοση), εκδ. Πατάκης, 2024)”
“τα φασολάκια από το αγρόκτημά μου τα δίνω για κονσέρβα”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.