κονσέρβα
Ορισμοί
- μεταλλικό στεγανό δοχείο που περιέχει τρόφιμα
- τρόπος διατήρησης τροφίμων με τη συσκευασία τους σε μεταλλικό στεγανό δοχείο, την αποστείρωσή τους και ενίοτε την προσθήκη συντηρητικών ουσιών
-
χαρακτηρισμός για κάτι που έχει προετοιμαστεί εκ των προτέρων ή για κάτι που είναι τυποποιημένο figuratively, offensive
Ισοδύναμα
32 more languages
Беларускаябляшанка
Catalàenllaunat
Galegolata
हिन्दीडिब्बाबंदी
ລາວກະປ່ອງ
Македонскилименка
Nederlandsconservenblik
ਪੰਜਾਬੀਡੱਬਾਬੰਦੀ
Românăconservă
Slovenčinaplechovka
Slovenščinapločevinka
Svenskakonservburk
Παραδείγματα
“να ανοίξω μια κονσέρβα τόνο;”
“※ ...ευτυχώς οι συγκάτοικοι δεν ήταν φραγκοφονιάδες. Μου αγόραζαν πανάκριβες γκουρμέ κονσέρβες: τόνους, κουνέλι με λαχανικά, πατέ πάπιας και, την πιο αγαπημένη μου, γαρίδες του ωκεανού με πέστροφα. (Λένα Διβάνη, Εγώ ο Ζάχος Ζάχαρης (νέα έκδοση), εκδ. Πατάκης, 2024)”
“τα φασολάκια από το αγρόκτημά μου τα δίνω για κονσέρβα”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free