HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του κονσέρβα | Babel Free

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

  1. μεταλλικό στεγανό δοχείο που περιέχει τρόφιμα
  2. τρόπος διατήρησης τροφίμων με τη συσκευασία τους σε μεταλλικό στεγανό δοχείο, την αποστείρωσή τους και ενίοτε την προσθήκη συντηρητικών ουσιών
  3. χαρακτηρισμός για κάτι που έχει προετοιμαστεί εκ των προτέρων ή για κάτι που είναι τυποποιημένο
    figuratively, offensive

Ισοδύναμα

Беларуская бляшанка
Bosanski limenka Tin банка лименка
Català enllaunat
Čeština konzerva plechovka
English can can can can Canning Tin tin tin tin can Tinning
Español conservería enlatado lata lata lata
Galego lata
हिन्दी डिब्बाबंदी
Hrvatski limenka Tin банка лименка
日本語 罐詰め
한국어 깡통 통조림 통조림제조
Kurdî can can tîn
ລາວ ກະປ່ອງ
Македонски лименка
Nederlands conservenblik
ਪੰਜਾਬੀ ਡੱਬਾਬੰਦੀ
Polski konserwa puszka
Português enlatamento lata latinha
Română conservă
Slovenčina plechovka
Slovenščina pločevinka
Српски limenka Tin банка лименка
Svenska konservburk
Tiếng Việt lon thiếc ống bơ

Παραδείγματα

“να ανοίξω μια κονσέρβα τόνο;”
“※ ...ευτυχώς οι συγκάτοικοι δεν ήταν φραγκοφονιάδες. Μου αγόραζαν πανάκριβες γκουρμέ κονσέρβες: τόνους, κουνέλι με λαχανικά, πατέ πάπιας και, την πιο αγαπημένη μου, γαρίδες του ωκεανού με πέστροφα. (Λένα Διβάνη, Εγώ ο Ζάχος Ζάχαρης (νέα έκδοση), εκδ. Πατάκης, 2024)”
“τα φασολάκια από το αγρόκτημά μου τα δίνω για κονσέρβα”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη κονσέρβα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free