HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κονσέρβα | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

  1. μεταλλικό στεγανό δοχείο που περιέχει τρόφιμα
  2. τρόπος διατήρησης τροφίμων με τη συσκευασία τους σε μεταλλικό στεγανό δοχείο, την αποστείρωσή τους και ενίοτε την προσθήκη συντηρητικών ουσιών
  3. χαρακτηρισμός για κάτι που έχει προετοιμαστεί εκ των προτέρων ή για κάτι που είναι τυποποιημένο
    figuratively, offensive

Ισοδύναμα

English can Tin tin can

Παραδείγματα

“να ανοίξω μια κονσέρβα τόνο;”
“※ ...ευτυχώς οι συγκάτοικοι δεν ήταν φραγκοφονιάδες. Μου αγόραζαν πανάκριβες γκουρμέ κονσέρβες: τόνους, κουνέλι με λαχανικά, πατέ πάπιας και, την πιο αγαπημένη μου, γαρίδες του ωκεανού με πέστροφα. (Λένα Διβάνη, Εγώ ο Ζάχος Ζάχαρης (νέα έκδοση), εκδ. Πατάκης, 2024)”
“τα φασολάκια από το αγρόκτημά μου τα δίνω για κονσέρβα”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κονσέρβα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course