HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

κονσέρβα

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

  1. μεταλλικό στεγανό δοχείο που περιέχει τρόφιμα
  2. τρόπος διατήρησης τροφίμων με τη συσκευασία τους σε μεταλλικό στεγανό δοχείο, την αποστείρωσή τους και ενίοτε την προσθήκη συντηρητικών ουσιών
  3. χαρακτηρισμός για κάτι που έχει προετοιμαστεί εκ των προτέρων ή για κάτι που είναι τυποποιημένο
    figuratively, offensive

Ισοδύναμα

32 more languages

Παραδείγματα

“να ανοίξω μια κονσέρβα τόνο;”
“※ ...ευτυχώς οι συγκάτοικοι δεν ήταν φραγκοφονιάδες. Μου αγόραζαν πανάκριβες γκουρμέ κονσέρβες: τόνους, κουνέλι με λαχανικά, πατέ πάπιας και, την πιο αγαπημένη μου, γαρίδες του ωκεανού με πέστροφα. (Λένα Διβάνη, Εγώ ο Ζάχος Ζάχαρης (νέα έκδοση), εκδ. Πατάκης, 2024)”
“τα φασολάκια από το αγρόκτημά μου τα δίνω για κονσέρβα”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη κονσέρβα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free