κεντάω
Ορισμοί
- περνάω με βελόνα χρωματιστές κλωστές σε ένα ύφασμα και δημιουργώ ένα διακοσμητικό σχέδιο· φτιάχνω ένα κέντημα
- πιέζω με αιχμηρό αντικείμενο
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of κεντάω.
Ισοδύναμα
32 more languages
Българскибродирам
Catalàbrodar
Danskbrodere
Esperantobrodi
हिन्दीकाढ़ना
Magyarhímez
한국어繢
Kurdîhimêz
Latinaacu pingo
Te Reo Māoritāniko
Polskicyfrowaćdopingowaćdziaćdziergaćhaftowaćkoloryzowaćmobilizowaćpodkolorowaćpodkolorowywaćpodkoloryzowaćubarwiaćubarwićwyhaftowaćwyszyćwyszywaćzdopingowaćzmobilizować
Slovenščinavesti
Kiswahilitarizi
ไทยร้อย
Türkçenakış işlemek
Παραδείγματα
“※ 19ος/20ος αιώνας, Αργύρης Εφταλιώτης (1911) Η Αγγέλικα! [διήγημα], από τη συλλογή Νησιώτικες ιστορίες”
“(μεταφορικά) παράγω ένα αξιοθαύμαστο στις λεπτομέρειές του αποτέλεσμα”
“(μεταφορικά) προκαλώ οξύ πόνο σε ένα σημείο πιέζοντας με κάτι αιχμηρό (λέγεται και όταν ο πόνος έχει εσωτερική αιτία)”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free