Meaning of κεντάω | Babel Free
/cenˈda.o/Ορισμοί
- περνάω με βελόνα χρωματιστές κλωστές σε ένα ύφασμα και δημιουργώ ένα διακοσμητικό σχέδιο· φτιάχνω ένα κέντημα
- πιέζω με αιχμηρό αντικείμενο
Ισοδύναμα
English
Embroider
Παραδείγματα
“※ 19ος/20ος αιώνας, Αργύρης Εφταλιώτης (1911) Η Αγγέλικα! [διήγημα], από τη συλλογή Νησιώτικες ιστορίες”
“(μεταφορικά) παράγω ένα αξιοθαύμαστο στις λεπτομέρειές του αποτέλεσμα”
“(μεταφορικά) προκαλώ οξύ πόνο σε ένα σημείο πιέζοντας με κάτι αιχμηρό (λέγεται και όταν ο πόνος έχει εσωτερική αιτία)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.