HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← κεντάω — definition

Conjugation of κεντάω

Regular CEFR B1
cenˈda.o

περνάω με βελόνα χρωματιστές κλωστές σε ένα ύφασμα και δημιουργώ ένα διακοσμητικό σχέδιο· φτιάχνω ένα κέντημα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κεντάω
εσύ κεντάς
αυτός / αυτή / αυτό κεντάει
εμείς κεντάμε
εσείς κεντάτε
αυτοί / αυτές / αυτά κεντάνε
Παρατατικός
εγώ κεντούσα
εσύ κεντούσες
αυτός / αυτή / αυτό κεντούσε
εμείς κεντούσαμε
εσείς κεντούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά κεντούσαν
Αόριστος
εγώ κέντησα
εσύ κέντησες
αυτός / αυτή / αυτό κέντησε
εμείς κεντήσαμε
εσείς κεντήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά κέντησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κεντήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κεντήσω
εσύ κεντήσεις
αυτός / αυτή / αυτό κεντήσει
εμείς κεντήσουμε
εσείς κεντήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά κεντήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ κέντα
εσείς κεντάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κέντησε
εσείς κεντήστε
Απαρέμφατο αορίστου
κεντήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κεντιέμαι
εσύ κεντιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό κεντιέται
εμείς κεντιόμαστε
εσείς κεντιέστε
αυτοί / αυτές / αυτά κεντιούνται
Παρατατικός
εγώ κεντιόμουν
εσύ κεντιόσουν
αυτός / αυτή / αυτό κεντιόταν
εμείς κεντιόμασταν
εσείς κεντιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά κεντιόνταν
Αόριστος
εγώ κεντήθηκα
εσύ κεντήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό κεντήθηκε
εμείς κεντηθήκαμε
εσείς κεντηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά κεντήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κεντηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κεντηθώ
εσύ κεντηθείς
αυτός / αυτή / αυτό κεντηθεί
εμείς κεντηθούμε
εσείς κεντηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά κεντηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς κεντιέστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κεντήσου
εσείς κεντηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
κεντηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary