HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

καύλα

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Specialized
ˈka.vla

Ορισμοί

  1. η έντονη στύση, η σεξουαλική διέγερση
  2. το κορυφαίο σημείο της σεξουαλικής ευχαρίστησης
  3. έντονη επιθυμία για συνουσία
    plural-normally
  4. έντονη, συνήθως ξαφνική, επιθυμία για κάτι
    figuratively, vulgar
  5. λαχτάρα, πάθος
    figuratively
  6. η προκλητική γυναικεία ή ανδρική παρουσία
    figuratively
  7. για οτιδήποτε ωραίο ή ενθουσιαστικό
    general, slang

Ισοδύναμα

27 more languages
العربيةهيجان
Българскиерекция
Bosanskištand
Catalàtrempera
Cymraegcodiad
Esperantoerektiĝo
Hrvatskištand
Bahasa Indonesiangaceng
Íslenskagredda
日本語勃起
ქართულიამდგარი
한국어풀발
Kurdîmokastand
Latinarigida
Македонскигаф
Српскиštand
Türkçeabazanlık

Παραδείγματα

“Χθές το βράδυ είχα μία τρελή καύλα. Αυνανίστηκα τρείς φορές πριν κοιμηθώ.”
“→ χρειάζεται παράδειγμα”
“≈ συνώνυμα: οργασμός”
“Έχει καύλες.”
“καύλα για βόλτα, καύλα για χορό, καύλα για τα μπουζούκια”
“Έχει καύλα με τα αυτοκίνητα.”
“≈ συνώνυμα: κάψα, μανία, τρέλα”
“Η γραμματέας μου είναι σκέτη καύλα, φοράει κάτι μίνι φούστες, έχει και μεγάλο στήθος.”
“Είδες το απίστευτο τέρμα που σημείωσε ο Φρατζέσκος στον αγώνα με τον Ολυμπιακό; Ήταν καύλα!”
“Πολύ καύλα αυτό το φαγητό.”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη καύλα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free