κατάσχω
Ορισμοί
κάνω κατάσχεση, θέτω περιουσιακό στοιχείο κάποιου υπό δικαστική δέσμευση και αφαιρώ από αυτόν το δικαίωμα διάθεσής του, πχ λόγω ανεξόφλητου χρέους ή στο πλαίσιο μιας δικαστικής έρευνας ή επειδή η κατοχή αυτού του περιουσιακού στοιχείου είναι αντίθετη με νόμους ή κανονισμούς
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of κατάσχω.
Ισοδύναμα
31 more languages
العربيةصادر
Azərbaycan dilimüsadirə etmək
Catalàconfiscar
Češtinazabavit
Danskkonfiskere
Ελληνικάδημεύω
Esperantokonfiski
Suomitakavarikoida
עבריתהחרים
Bahasa Indonesiamenyita
日本語没収する
ქართულიკონფისკაცია
한국어몰수하다
Lëtzebuergeschbeschlagnahmen
မြန်မာသိမ်းပိုက်
Portuguêsconfiscar
Românăconfisca
Svenskakonfiskera
தமிழ்பிடுங்கு
Türkçeel koymak
Tiếng Việttịch thu
Παραδείγματα
“※ H γαλλική τράπεζα Natixis κατάσχεσε χθες το επιβατηγό «Jet Ferry» συμφερόντων Γερ. Αγούδημου (από την εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 8 Απριλίου 2009)”
“※ Η εισαγγελία στο Μιλάνο κατάσχεσε έγγραφα από τα γραφεία των οίκων πιστοληπτικής αξιολόγησης Moody’s και Standard & Poor’s. (από την εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 4 Αυγούστου 2011)”
“※ Δώδεκα αρχαία αντικείμενα κατάσχεσε, «ως παρανόμως κατεχόμενα», προχθές το Τμήμα Αρχαιοκαπηλίας της Αστυνομίας ... (από την εφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 4 Μαΐου 2006)”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free