Meaning of κατάσχω | Babel Free
/kaˈtas.xo/Ορισμοί
κάνω κατάσχεση, θέτω περιουσιακό στοιχείο κάποιου υπό δικαστική δέσμευση και αφαιρώ από αυτόν το δικαίωμα διάθεσής του, πχ λόγω ανεξόφλητου χρέους ή στο πλαίσιο μιας δικαστικής έρευνας ή επειδή η κατοχή αυτού του περιουσιακού στοιχείου είναι αντίθετη με νόμους ή κανονισμούς
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“※ H γαλλική τράπεζα Natixis κατάσχεσε χθες το επιβατηγό «Jet Ferry» συμφερόντων Γερ. Αγούδημου (από την εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 8 Απριλίου 2009)”
“※ Η εισαγγελία στο Μιλάνο κατάσχεσε έγγραφα από τα γραφεία των οίκων πιστοληπτικής αξιολόγησης Moody’s και Standard & Poor’s. (από την εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 4 Αυγούστου 2011)”
“※ Δώδεκα αρχαία αντικείμενα κατάσχεσε, «ως παρανόμως κατεχόμενα», προχθές το Τμήμα Αρχαιοκαπηλίας της Αστυνομίας ... (από την εφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 4 Μαΐου 2006)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.