Σημασία του κατάσχω | Babel Free
kaˈtas.xoΟρισμοί
κάνω κατάσχεση, θέτω περιουσιακό στοιχείο κάποιου υπό δικαστική δέσμευση και αφαιρώ από αυτόν το δικαίωμα διάθεσής του, πχ λόγω ανεξόφλητου χρέους ή στο πλαίσιο μιας δικαστικής έρευνας ή επειδή η κατοχή αυτού του περιουσιακού στοιχείου είναι αντίθετη με νόμους ή κανονισμούς
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of κατάσχω.
Ισοδύναμα
العربية
صادر
Azərbaycanca
müsadirə etmək
Català
confiscar
Čeština
zabavit
Dansk
konfiskere
Ελληνικά
δημεύω
Esperanto
konfiski
Suomi
takavarikoida
עברית
החרים
Bahasa Indonesia
menyita
日本語
没収する
ქართული
კონფისკაცია
한국어
몰수하다
Lëtzebuergesch
beschlagnahmen
မြန်မာဘာသာ
သိမ်းပိုက်
Português
confiscar
Română
confisca
Svenska
konfiskera
தமிழ்
பிடுங்கு
Türkçe
el koymak
Tiếng Việt
tịch thu
Παραδείγματα
“※ H γαλλική τράπεζα Natixis κατάσχεσε χθες το επιβατηγό «Jet Ferry» συμφερόντων Γερ. Αγούδημου (από την εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 8 Απριλίου 2009)”
“※ Η εισαγγελία στο Μιλάνο κατάσχεσε έγγραφα από τα γραφεία των οίκων πιστοληπτικής αξιολόγησης Moody’s και Standard & Poor’s. (από την εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 4 Αυγούστου 2011)”
“※ Δώδεκα αρχαία αντικείμενα κατάσχεσε, «ως παρανόμως κατεχόμενα», προχθές το Τμήμα Αρχαιοκαπηλίας της Αστυνομίας ... (από την εφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 4 Μαΐου 2006)”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free