HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← κατάσχω — definition

Conjugation of κατάσχω

Regular CEFR B1
kaˈtas.xo

κάνω κατάσχεση, θέτω περιουσιακό στοιχείο κάποιου υπό δικαστική δέσμευση και αφαιρώ από αυτόν το δικαίωμα διάθεσής του, πχ λόγω ανεξόφλητου χρέους ή στο πλαίσιο μιας δικαστικής έρευνας ή επειδή η κατο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κατάσχω
εσύ κατάσχεις
αυτός / αυτή / αυτό κατάσχει
εμείς κατάσχουμε
εσείς κατάσχετε
αυτοί / αυτές / αυτά κατάσχουν
Αόριστος
εγώ κατέσχεσα
εσύ κατέσχεσες
αυτός / αυτή / αυτό κατέσχεσε
εμείς κατασχέσαμε
εσείς κατασχέσατε
αυτοί / αυτές / αυτά κατέσχεσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κατασχέσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κατασχέσω
εσύ κατασχέσεις
αυτός / αυτή / αυτό κατασχέσει
εμείς κατασχέσουμε
εσείς κατασχέσετε
αυτοί / αυτές / αυτά κατασχέσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς κατάσχετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κατάσχεσε
εσείς κατασχέστε
Απαρέμφατο αορίστου
κατασχέσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κατάσχομαι
εσύ κατάσχεσαι
αυτός / αυτή / αυτό κατάσχεται
εμείς κατάσχόμαστε
εσείς κατάσχεστε
αυτοί / αυτές / αυτά κατάσχονται
Παρατατικός
εγώ κατάσχόμουν
εσύ κατάσχόσουν
αυτός / αυτή / αυτό κατάσχόταν
εμείς κατάσχόμασταν
εσείς κατάσχόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά κατάσχονταν
Αόριστος
εγώ κατασχέθηκα
εσύ κατασχέθηκες
αυτός / αυτή / αυτό κατασχέθηκε
εμείς κατασχεθήκαμε
εσείς κατασχεθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά κατασχέθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κατασχεθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κατασχεθώ
εσύ κατασχεθείς
αυτός / αυτή / αυτό κατασχεθεί
εμείς κατασχεθούμε
εσείς κατασχεθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά κατασχεθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς κατάσχεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κατασχέσου
εσείς κατασχεθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
κατασχεθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary