HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

κατάσχεση

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Specialized
kaˈta.sçe.si

Ορισμοί

η πράξη με την οποία περιουσιακό στοιχείο κάποιου τίθεται υπό δικαστική δέσμευση και του αφαιρείται το δικαίωμα διάθεσής του

Ισοδύναμα

27 more languages

Παραδείγματα

“Το δικαστήριο διέταξε την κατάσχεση της περιουσίας του.”

The court ordered the seizure of his property.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη κατάσχεση σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free