κατάσχεση
Ορισμοί
η πράξη με την οποία περιουσιακό στοιχείο κάποιου τίθεται υπό δικαστική δέσμευση και του αφαιρείται το δικαίωμα διάθεσής του
Ισοδύναμα
27 more languages
Catalàconfiscació
Cymraegsièd
DeutschAbscheidungAbsonderungBeschlagnahmeExekutionKonfiskationKonfiszierungPfändungSequesterSequestrierungVerstrickungZwangsvollstreckung
Esperantokonfisko
日本語没収
Latinapublicatio
தமிழ்பறிமுதல்
Українськаконфіскація
Παραδείγματα
“Το δικαστήριο διέταξε την κατάσχεση της περιουσίας του.”
The court ordered the seizure of his property.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free