Σημασία του κανόνι | Babel Free
Ορισμοί
- πολεμικό όπλο που χρησιμοποιείται για να εκτοξεύει βλήματα μεγάλου διαμετρήματος σε μεγάλη απόσταση
-
, εντός της φράσης «... είναι κανόνι»: σχήμα υπερβολής που δηλώνει, αναφερόμενο σε κάτι, κάποια ή κάποιον, ότι εμφανίζει κάποια θετική ιδιότητα (π.χ. είναι πολύ καλό, αξιόπιστο, αξιόλογο, χρήσιμο κλπ.) στον υπερθετικό βαθμό figuratively
-
, εντός της φράσης «βαράω κανόνι» (=χρεοκοπώ): χρεωκοπία figuratively
Ισοδύναμα
Kurdî
gun
Svenska
bombnedslag
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free