HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κανόνι | Babel Free

Noun CEFR C1 Standard

Ορισμοί

  1. πολεμικό όπλο που χρησιμοποιείται για να εκτοξεύει βλήματα μεγάλου διαμετρήματος σε μεγάλη απόσταση
  2. , εντός της φράσης «... είναι κανόνι»: σχήμα υπερβολής που δηλώνει, αναφερόμενο σε κάτι, κάποια ή κάποιον, ότι εμφανίζει κάποια θετική ιδιότητα (π.χ. είναι πολύ καλό, αξιόπιστο, αξιόλογο, χρήσιμο κλπ.) στον υπερθετικό βαθμό
    figuratively
  3. , εντός της φράσης «βαράω κανόνι» (=χρεοκοπώ): χρεωκοπία
    figuratively

Ισοδύναμα

English Cannon Gun

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κανόνι used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course