HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του καμάκι | Babel Free

Ουσιαστικό CEFR C2 Specialized
kaˈma.ci

Ορισμοί

  1. εργαλείο για ψάρεμα, παρόμοιο με ακόντιο που έχει επιπρόσθετα τουλάχιστον μια πλάγια προεξοχή ώστε να αγκιστρώνεται στο ψάρι
  2. η επίμονη προσπάθεια για σύναψη ερωτικής σχέσης
    figuratively
  3. αυτός που προσπαθεί επίμονα να έχει ερωτικές σχέσεις
    figuratively

Ισοδύναμα

العربية إغراء خطاف شص صنارة كلاب
Català seducció tros
Cymraeg llithio
Dansk Tyr
Gaeilge ga leadhb píosa staic
Gàidhlig pìos sgonn
Galego arpón fisgar
हिन्दी ख़तूबा फ़रेब
Bahasa Indonesia godaan rayuan
ქართული ბარჯი
한국어 갈고랑이 유혹 픽업 헌팅
Kurdî ga ga gîz hûnk troş
Lietuvių riekė
Nederlands bink gaffel harpoen harpoeneren verleiding
Српски Adonis ga Osek oseka stud uzmah кука узмах
తెలుగు ప్రలోభము
ไทย ตาขอ
Türkçe ayartı ayartma biftekkek giz
Українська гак крюк спокуса
中文 皮卡

Παραδείγματα

“πολλοί πιστεύουν ότι βρέθηκε το πλοίο και τα καμάκια που χρησιμοποιούσε ο Αχαάβ στο κυνήγι του Μόμπι Ντικ”
“η τρίαινα είναι είδος καμακιού”
“※ Υπό ποίες συνθήκες δύναται να χαρακτηριστεί πέφτουλας. … Σε πόσες την πέφτεις. Ένα παλιό καμάκι είχε την εξής τακτική. Την έπεφτε σε 10 κάθε βράδυ και στατιστικά και μόνο κάποια του καθόταν.”
“※ […] ο Κώστας ήταν πιο «μπασμένος» στα ερωτικά, είχε και ένα λέγειν, ήταν γενικά «πέφτουλας», που λένε σήμερα τα παιδιά, καμάκι το λέγαμε εμείς τότε.”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη καμάκι σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free