Meaning of καμάκι | Babel Free
/kaˈma.ci/Ορισμοί
- εργαλείο για ψάρεμα, παρόμοιο με ακόντιο που έχει επιπρόσθετα τουλάχιστον μια πλάγια προεξοχή ώστε να αγκιστρώνεται στο ψάρι
-
η επίμονη προσπάθεια για σύναψη ερωτικής σχέσης figuratively
-
αυτός που προσπαθεί επίμονα να έχει ερωτικές σχέσεις figuratively
Παραδείγματα
“πολλοί πιστεύουν ότι βρέθηκε το πλοίο και τα καμάκια που χρησιμοποιούσε ο Αχαάβ στο κυνήγι του Μόμπι Ντικ”
“η τρίαινα είναι είδος καμακιού”
“※ Υπό ποίες συνθήκες δύναται να χαρακτηριστεί πέφτουλας. … Σε πόσες την πέφτεις. Ένα παλιό καμάκι είχε την εξής τακτική. Την έπεφτε σε 10 κάθε βράδυ και στατιστικά και μόνο κάποια του καθόταν.”
“※ […] ο Κώστας ήταν πιο «μπασμένος» στα ερωτικά, είχε και ένα λέγειν, ήταν γενικά «πέφτουλας», που λένε σήμερα τα παιδιά, καμάκι το λέγαμε εμείς τότε.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.