HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

θώρακας

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR B1
ˈθo.ɾa.kas

Ορισμοί

  1. μέρος του σώματος: το ανώτερο μέρος του κορμού σπονδυλωτών ζώων, μεταξύ του λαιμού και της κοιλιάς, που προστατεύεται από τα πλευρά· στη θωρακική κοιλότητα περικλείονται οι πνεύμονες και η καρδιά
  2. μέρος του σώματος των εντόμων
  3. αμυντικό όπλο που προφύλασσε τον κορμό των πολεμιστών παλιών εποχών
  4. κάθε πράγμα που θωρακίζει
    general

Ισοδύναμα

41 more languages
Българскигръден кош
Ελληνικάπανοπλία
Esperantokirasotorako
Hausaawaza
עבריתחשן
हिन्दीबकतर
ქართულიჯავშანი
Қазақ тілісауыт
한국어흉곽흉부
Kurdîtor
Malagasyharan-tratra
Македонскигради
മലയാളംനെഞ്ച്
ไทยอก
Tagalogdibdib
Українськаволо

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη θώρακας σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free