Σημασία του θώρακας | Babel Free
ˈθo.ɾa.kasΟρισμοί
- μέρος του σώματος: το ανώτερο μέρος του κορμού σπονδυλωτών ζώων, μεταξύ του λαιμού και της κοιλιάς, που προστατεύεται από τα πλευρά· στη θωρακική κοιλότητα περικλείονται οι πνεύμονες και η καρδιά
- μέρος του σώματος των εντόμων
- αμυντικό όπλο που προφύλασσε τον κορμό των πολεμιστών παλιών εποχών
-
κάθε πράγμα που θωρακίζει general
Ισοδύναμα
Български
гръден кош
Ελληνικά
πανοπλία
Hausa
awaza
עברית
חשן
हिन्दी
बकतर
Հայերեն
կրծքավանդակ
ქართული
ჯავშანი
Қазақша
сауыт
Kurdî
tor
Malagasy
haran-tratra
Македонски
гради
മലയാളം
നെഞ്ച്
Polski
kirys
klata
klatka piersiowa
komora
napierśnik
opancerzać
opancerzyć
pektorał
plastron
podpiersie
podpiersień
podpierśnik
tułów
ไทย
อก
Tagalog
dibdib
Українська
воло
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free