θώρακας
Ορισμοί
- μέρος του σώματος: το ανώτερο μέρος του κορμού σπονδυλωτών ζώων, μεταξύ του λαιμού και της κοιλιάς, που προστατεύεται από τα πλευρά· στη θωρακική κοιλότητα περικλείονται οι πνεύμονες και η καρδιά
- μέρος του σώματος των εντόμων
- αμυντικό όπλο που προφύλασσε τον κορμό των πολεμιστών παλιών εποχών
-
κάθε πράγμα που θωρακίζει general
Ισοδύναμα
41 more languages
Българскигръден кош
Ελληνικάπανοπλία
Hausaawaza
עבריתחשן
हिन्दीबकतर
Հայերենկրծքավանդակ
ქართულიჯავშანი
Қазақ тілісауыт
Kurdîtor
Malagasyharan-tratra
Македонскигради
മലയാളംനെഞ്ച്
Polskikirysklataklatka piersiowakomoranapierśnikopancerzaćopancerzyćpektorałplastronpodpiersiepodpiersieńpodpierśniktułów
ไทยอก
Tagalogdibdib
Українськаволо
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free