HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του θώρακας | Babel Free

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR B1
ˈθo.ɾa.kas

Ορισμοί

  1. μέρος του σώματος: το ανώτερο μέρος του κορμού σπονδυλωτών ζώων, μεταξύ του λαιμού και της κοιλιάς, που προστατεύεται από τα πλευρά· στη θωρακική κοιλότητα περικλείονται οι πνεύμονες και η καρδιά
  2. μέρος του σώματος των εντόμων
  3. αμυντικό όπλο που προφύλασσε τον κορμό των πολεμιστών παλιών εποχών
  4. κάθε πράγμα που θωρακίζει
    general

Ισοδύναμα

Български гръден кош
Bosanski buć komora oplećak tor оплећак
Català buc cuirassa pitral tòrax
Ελληνικά πανοπλία
Esperanto kiraso torako
Hausa awaza
עברית חשן
हिन्दी बकतर
Hrvatski buć komora oplećak tor оплећак
Magyar mellkas tor
Հայերեն կրծքավանդակ
Íslenska brjóst brjóstkassi
日本語 あばら 胸甲 胸郭
ქართული ჯავშანი
Қазақша сауыт
한국어 흉곽 흉부
Kurdî tor
Latina antilēna logium pectorāle thorax
Malagasy haran-tratra
Македонски гради
മലയാളം നെഞ്ച്
Српски buć komora oplećak tor оплећак
ไทย อก
Tagalog dibdib
Українська воло
Tiếng Việt giáp lồng ngực ngục

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη θώρακας σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free