Meaning of επιμήκης | Babel Free
/e.piˈmi.cis/Ορισμοί
αυτός που είναι μακρύς και στενός, με μήκος μεγαλύτερο από το πλάτος
formal
Παραδείγματα
“※ 19ος αιώνας (και στην καθαρεύουσα: ἐπιμήκης) Δημήτριος Βικέλας, Λουκής Λάρας, Α, 1879 [μεταγραφή σε μονοτονικό]”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.