Σημασία του εξαγωγή | Babel Free
Ορισμοί
- η ενέργεια με την οποία ένα αντικείμενο βγαίνει από τη θέση του, το βγάλσιμο, η αφαίρεση
- η ενέργεια με την οποία κάτι εξάγεται ως συμπέρασμα
- η πώληση εμπορευμάτων στο εξωτερικό
- το σύνολο των εμπορευμάτων που πωλούνται στο εξωτερικό
-
η ενέργεια με την οποία κάτι βγαίνει από τη χώρα κατευθυνόμενο προς το εξωτερικό broadly
Ισοδύναμα
العربية
صدر
Български
прои́зход
Català
extracció
Dansk
slægtskab
Ελληνικά
εξάγω
हिन्दी
निकालना
Bahasa Indonesia
ekstraksi
日本語
輸出
한국어
수출하다
Kurdî
hasilat
Polski
eksport
eksportować
eksportowy
pochodzenie
przeszczepiać
przeszczepić
usunięcie
wycofanie
wydobywanie
wywóz
Português
exportação
ไทย
ส่งออก
Παραδείγματα
“Πραγματικά πιστεύω ότι δεν μπορούμε να επιτρέψουμε την εξαγωγή άλλων επιβλαβών για την υγεία τσιγάρων.”
I really don't think that we can allow ourselves to export more cigarettes which are harmful to one's health.
“ο οδοντίατρος προχώρησε στην εξαγωγή του χαλασμένου δοντιού”
“η εξαγωγή συμπερασμάτων”
“η εταιρεία μας κάνει εξαγωγές αγροτικών προϊόντων στη Γερμανία”
“το ισοζύγιο εισαγωγών-εξαγωγών”
“εξαγωγή συναλλάγματος, εξαγωγή επιστημόνων”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free