εξαγωγή
Ορισμοί
- η ενέργεια με την οποία ένα αντικείμενο βγαίνει από τη θέση του, το βγάλσιμο, η αφαίρεση
- η ενέργεια με την οποία κάτι εξάγεται ως συμπέρασμα
- η πώληση εμπορευμάτων στο εξωτερικό
- το σύνολο των εμπορευμάτων που πωλούνται στο εξωτερικό
-
η ενέργεια με την οποία κάτι βγαίνει από τη χώρα κατευθυνόμενο προς το εξωτερικό broadly
Ισοδύναμα
28 more languages
العربيةصدر
Българскипрои́зход
Catalàextracció
Danskslægtskab
Ελληνικάεξάγω
हिन्दीनिकालना
Bahasa Indonesiaekstraksi
日本語輸出
한국어수출하다
Kurdîhasilat
Polskieksporteksportowaćeksportowypochodzenieprzeszczepiaćprzeszczepićusunięciewycofaniewydobywaniewywóz
Portuguêsexportação
ไทยส่งออก
Παραδείγματα
“Πραγματικά πιστεύω ότι δεν μπορούμε να επιτρέψουμε την εξαγωγή άλλων επιβλαβών για την υγεία τσιγάρων.”
I really don't think that we can allow ourselves to export more cigarettes which are harmful to one's health.
“ο οδοντίατρος προχώρησε στην εξαγωγή του χαλασμένου δοντιού”
“η εξαγωγή συμπερασμάτων”
“η εταιρεία μας κάνει εξαγωγές αγροτικών προϊόντων στη Γερμανία”
“το ισοζύγιο εισαγωγών-εξαγωγών”
“εξαγωγή συναλλάγματος, εξαγωγή επιστημόνων”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free