Meaning of εκπαιδεύω | Babel Free
/ek.peˈðe.vo/Ορισμοί
- διδάσκω με συστηματικό τρόπο κάποιον με σκοπό αυτός να αποκτήσει γνώσεις και δεξιότητες
- μαθαίνω σε ένα ζώο να εκτελεί συγκεκριμένες ενέργειες
-
«εκπαιδεύομαι» μαθαίνω κάτι σχετικά συγκεκριμένο, αποκτώ γνώσεις αναγκαίες για κάτι που θα χρειαστεί να εφαρμόσω passive
Παραδείγματα
“≈ συνώνυμα: μορφώνω, διαπαιδαγωγώ, διαπλάθω”
“≈ συνώνυμα: εκγυμνάζω”
“εκπαιδεύομαι ως οδηγός, ως μελλοντικός επαγγελματίας, ως μητέρα, ως μαγείρισσα, ως γονιός, ως στρατιώτης”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.