HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of εκπαιδεύω | Babel Free

Verb CEFR C2 Specialized
/ek.peˈðe.vo/

Ορισμοί

  1. διδάσκω με συστηματικό τρόπο κάποιον με σκοπό αυτός να αποκτήσει γνώσεις και δεξιότητες
  2. μαθαίνω σε ένα ζώο να εκτελεί συγκεκριμένες ενέργειες
  3. «εκπαιδεύομαι» μαθαίνω κάτι σχετικά συγκεκριμένο, αποκτώ γνώσεις αναγκαίες για κάτι που θα χρειαστεί να εφαρμόσω
    passive

Ισοδύναμα

English drill educate school

Παραδείγματα

“≈ συνώνυμα: μορφώνω, διαπαιδαγωγώ, διαπλάθω”
“≈ συνώνυμα: εκγυμνάζω”
“εκπαιδεύομαι ως οδηγός, ως μελλοντικός επαγγελματίας, ως μητέρα, ως μαγείρισσα, ως γονιός, ως στρατιώτης”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See εκπαιδεύω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course