HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← εκπαιδεύω — definition

Conjugation of εκπαιδεύω

Regular CEFR C2
ek.peˈðe.vo

«εκπαιδεύομαι» μαθαίνω κάτι σχετικά συγκεκριμένο, αποκτώ γνώσεις αναγκαίες για κάτι που θα χρειαστεί να εφαρμόσω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εκπαιδεύω
εσύ εκπαιδεύεις
αυτός / αυτή / αυτό εκπαιδεύει
εμείς εκπαιδεύουμε
εσείς εκπαιδεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά εκπαιδεύουν
Παρατατικός
εγώ εκπαίδευα
εσύ εκπαίδευες
αυτός / αυτή / αυτό εκπαίδευε
εμείς εκπαιδεύαμε
εσείς εκπαιδεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά εκπαίδευαν
Αόριστος
εγώ εκπαίδευσα
εσύ εκπαίδευσες
αυτός / αυτή / αυτό εκπαίδευσε
εμείς εκπαιδεύσαμε
εσείς εκπαιδεύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά εκπαίδευσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εκπαιδεύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εκπαιδεύσω
εσύ εκπαιδεύσεις
αυτός / αυτή / αυτό εκπαιδεύσει
εμείς εκπαιδεύσουμε
εσείς εκπαιδεύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά εκπαιδεύσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ εκπαίδευε
εσείς εκπαιδεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εκπαίδευσε
εσείς εκπαιδεύστε
Απαρέμφατο αορίστου
εκπαιδεύσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εκπαιδεύομαι
εσύ εκπαιδεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό εκπαιδεύεται
εμείς εκπαιδευόμαστε
εσείς εκπαιδεύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά εκπαιδεύονται
Παρατατικός
εγώ εκπαιδευόμουν
εσύ εκπαιδευόσουν
αυτός / αυτή / αυτό εκπαιδευόταν
εμείς εκπαιδευόμασταν
εσείς εκπαιδευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά εκπαιδεύονταν
Αόριστος
εγώ εκπαιδεύτηκα
εσύ εκπαιδεύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό εκπαιδεύτηκε
εμείς εκπαιδευτήκαμε
εσείς εκπαιδευτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά εκπαιδεύτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εκπαιδευτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εκπαιδευτώ
εσύ εκπαιδευτείς
αυτός / αυτή / αυτό εκπαιδευτεί
εμείς εκπαιδευτούμε
εσείς εκπαιδευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά εκπαιδευτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εκπαιδεύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εκπαιδεύσου
εσείς εκπαιδευτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
εκπαιδευτεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary