Conjugation of εκπαιδεύω
ek.peˈðe.vo«εκπαιδεύομαι» μαθαίνω κάτι σχετικά συγκεκριμένο, αποκτώ γνώσεις αναγκαίες για κάτι που θα χρειαστεί να εφαρμόσω Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εκπαιδεύω |
| εσύ | εκπαιδεύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκπαιδεύει |
| εμείς | εκπαιδεύουμε |
| εσείς | εκπαιδεύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκπαιδεύουν |
Παρατατικός
| εγώ | εκπαίδευα |
| εσύ | εκπαίδευες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκπαίδευε |
| εμείς | εκπαιδεύαμε |
| εσείς | εκπαιδεύατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκπαίδευαν |
Αόριστος
| εγώ | εκπαίδευσα |
| εσύ | εκπαίδευσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκπαίδευσε |
| εμείς | εκπαιδεύσαμε |
| εσείς | εκπαιδεύσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκπαίδευσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εκπαιδεύσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εκπαιδεύσω |
| εσύ | εκπαιδεύσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκπαιδεύσει |
| εμείς | εκπαιδεύσουμε |
| εσείς | εκπαιδεύσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκπαιδεύσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | εκπαίδευε |
| εσείς | εκπαιδεύετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εκπαίδευσε |
| εσείς | εκπαιδεύστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εκπαιδεύσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εκπαιδεύομαι |
| εσύ | εκπαιδεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκπαιδεύεται |
| εμείς | εκπαιδευόμαστε |
| εσείς | εκπαιδεύεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκπαιδεύονται |
Παρατατικός
| εγώ | εκπαιδευόμουν |
| εσύ | εκπαιδευόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκπαιδευόταν |
| εμείς | εκπαιδευόμασταν |
| εσείς | εκπαιδευόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκπαιδεύονταν |
Αόριστος
| εγώ | εκπαιδεύτηκα |
| εσύ | εκπαιδεύτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκπαιδεύτηκε |
| εμείς | εκπαιδευτήκαμε |
| εσείς | εκπαιδευτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκπαιδεύτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εκπαιδευτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εκπαιδευτώ |
| εσύ | εκπαιδευτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | εκπαιδευτεί |
| εμείς | εκπαιδευτούμε |
| εσείς | εκπαιδευτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εκπαιδευτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | εκπαιδεύεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εκπαιδεύσου |
| εσείς | εκπαιδευτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εκπαιδευτεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.