Meaning of εγγενής | Babel Free
Ορισμοί
- χαρακτηρισμός μιας ιδιότητας ή κατάστασης που υπάρχει από τη γέννηση ή εξαιτίας της ίδιας της φύσης του αντικειμένου υπό συζήτηση
- που απαιτεί τη συμμετοχή δύο φύλων
- native: εγγενές λογισμικό, το λογισμικό για συγκεκριμένο λειτουργικό σύστημα
Παραδείγματα
“το εγχείρημα παρουσιάζει εγγενείς αδυναμίες”
“※ …, αυτοί οι ασθενείς μπορεί να αρρωστήσουν σοβαρά λόγω εγγενών γενετικών σφαλμάτων του ίδιου οργανισμού τους και λόγω παραγωγής αυτοαντισωμάτων”
“εγγενής πολλαπλασιασμός”
“ενδέχεται να μην βρείτε εγγενείς οδηγούς συσκευών των Windows 10”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.