HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του εγγενής | Babel Free

Επίθετο θηλυκό CEFR B1

Ορισμοί

  1. χαρακτηρισμός μιας ιδιότητας ή κατάστασης που υπάρχει από τη γέννηση ή εξαιτίας της ίδιας της φύσης του αντικειμένου υπό συζήτηση
  2. που απαιτεί τη συμμετοχή δύο φύλων
  3. native: εγγενές λογισμικό, το λογισμικό για συγκεκριμένο λειτουργικό σύστημα

Ισοδύναμα

العربية باطن ذاتي فطري
Български вътрешен
Català innat intrínsec
Čeština vrozený
Eesti sisemine
Gaeilge dúchasach
Galego intrínseco
עברית מולד
हिन्दी पैदाइशी
Íslenska meðfæddur
Kurdî NATO
Latviešu dzimis
Македонски вроден
Português inato intrínseco
Română intrinsec
Українська притаманний
Tiếng Việt bẩm sinh cố hữu nội tại sẵn có

Παραδείγματα

“το εγχείρημα παρουσιάζει εγγενείς αδυναμίες”
“※ …, αυτοί οι ασθενείς μπορεί να αρρωστήσουν σοβαρά λόγω εγγενών γενετικών σφαλμάτων του ίδιου οργανισμού τους και λόγω παραγωγής αυτοαντισωμάτων”
“εγγενής πολλαπλασιασμός”
“ενδέχεται να μην βρείτε εγγενείς οδηγούς συσκευών των Windows 10”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη εγγενής σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free