Meaning of δρομέας | Babel Free
/ðɾoˈme.as/Ορισμοί
- αθλητής που τρέχει σε αγώνα δρόμου
- το κινούμενο μέρος ενός ηλεκτρικού κινητήρα
- μηχανισμός που επιτρέπει την μετακίνηση (αυτόματα και κατά σταθερού μήκους διάστημα) του τυμπάνου («κυλίνδρου») της γραφομηχανής (πάνω στο οποίο τοποθετείται το χαρτί) κατά την πληκτρολόγηση ώστε ο κάθε χαρακτήρας που πληκτρολογείται διαδοχικά να τυπώνεται πλάι στον προηγούμενο και όχι από πάνω του
- δείκτης που μετακινείται πάνω στην οθόνη του υπολογιστή καθώς πληκτρολογεί ο χρήστης και υποδεικνύει τη θέση εισαγωγής κειμένου (κατ' αναλογία με τον αντίστοιχο όρο που χρησιμοποιείται στη δακτυλογραφία από τον οποίο προέρχεται)
- πτηνό που δεν μπορεί να πετάξει αλλά τρέχει (όπως η στρουθοκάμηλος)
Ισοδύναμα
English
Cursor
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.