HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of δρομέας | Babel Free

Noun masculine CEFR C2 Specialized
/ðɾoˈme.as/

Ορισμοί

  1. αθλητής που τρέχει σε αγώνα δρόμου
  2. το κινούμενο μέρος ενός ηλεκτρικού κινητήρα
  3. μηχανισμός που επιτρέπει την μετακίνηση (αυτόματα και κατά σταθερού μήκους διάστημα) του τυμπάνου («κυλίνδρου») της γραφομηχανής (πάνω στο οποίο τοποθετείται το χαρτί) κατά την πληκτρολόγηση ώστε ο κάθε χαρακτήρας που πληκτρολογείται διαδοχικά να τυπώνεται πλάι στον προηγούμενο και όχι από πάνω του
  4. δείκτης που μετακινείται πάνω στην οθόνη του υπολογιστή καθώς πληκτρολογεί ο χρήστης και υποδεικνύει τη θέση εισαγωγής κειμένου (κατ' αναλογία με τον αντίστοιχο όρο που χρησιμοποιείται στη δακτυλογραφία από τον οποίο προέρχεται)
  5. πτηνό που δεν μπορεί να πετάξει αλλά τρέχει (όπως η στρουθοκάμηλος)

Ισοδύναμα

English Cursor

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See δρομέας used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course