HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of διαθέτω | Babel Free

Verb CEFR C2 Specialized
/ði.aˈθe.to/

Ορισμοί

  1. έχω, κατέχω
  2. παρέχω, προσφέρω κάτι για χρήση
  3. πωλώ
  4. ξοδεύω

Ισοδύναμα

English possess stock

Παραδείγματα

“ο Χ διαθέτει ρητορική δεινότητα και πειθώ”
“ο Γιώργος μάς διέθεσε και το αυτοκίνητό του όσο μας φιλοξενούσε”
“η εταιρεία μας διαθέτει στο εμπόριο αναψυκτικά”
“διαθέσαμε δύο χιλιάδες για τα πρώτα έξοδα”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See διαθέτω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course