Meaning of διαθέτω | Babel Free
/ði.aˈθe.to/Ορισμοί
- έχω, κατέχω
- παρέχω, προσφέρω κάτι για χρήση
- πωλώ
- ξοδεύω
Παραδείγματα
“ο Χ διαθέτει ρητορική δεινότητα και πειθώ”
“ο Γιώργος μάς διέθεσε και το αυτοκίνητό του όσο μας φιλοξενούσε”
“η εταιρεία μας διαθέτει στο εμπόριο αναψυκτικά”
“διαθέσαμε δύο χιλιάδες για τα πρώτα έξοδα”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.