Meaning of διάκονος | Babel Free
/ˈði̯a.ko.nos/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- κληρικός με τον κατώτερο βαθμό ιεροσύνης
-
υπηρέτης (αυτός που υπηρετεί έναν σκοπό) figuratively, formal
Ισοδύναμα
English
Deacon
Παραδείγματα
“※ ... και νυν Διάκονο του μνημονισμού και της αντεργατικής ζάλης (από την εφημερίδα ΑΥΓΗ, 29 Οκτωβρίου 2010)”
“※ Οπως τόνισα και στην ομιλία μου, θα είμαι διάκονος των Μανιατών του δήμου μου, υπηρετώντας με διαφάνεια και σεβασμό τους δημότες, που θα έχουν λόγο και άποψη μέσα από τις συναντήσεις μαζί τους στις τοπικές κοινότητες. (από την καθημερινή εφημερίδα της Καλαμάτας ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, 19 Δεκεμβρίου 2010)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.