Meaning of διάζευξη | Babel Free
/ˈði̯a.zef.ksi/Ορισμοί
- ο χωρισμός και η διάλυση μιας ένωσης ή ενός γάμου
- σχήμα λόγου με το οποίο παρατίθενται δύο διαφορετικές επιλογές και που η υιοθέτηση της μίας συνεπάγεται τον μερικό ή ολικό αποκλεισμό της άλλης
- , (στον προτασιακό λογισμό) συνήθως αναφέρεται στην μη αποκλειστική διάζευξη
- η σύνθετη λογική πρόταση (διαζευκτική πρόταση) που προκύπτει από το συνδυασμό δύο προτάσεων με τον λογικό τελεστή ∨
Ισοδύναμα
English
Disjunction
Παραδείγματα
“Δείτε επίσης: λογική διάζευξη στην Βικιπαίδεια”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.