δεμάτιο
Ορισμοί
- δέσμη, δεσμίδα, κυριολεκτικά: δεμάτι
- δέσμη νεύρων
- όρος της τοπολογίας (Χρειάζεται επεξεργασία)
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“παραπληρωματικό δεμάτιο, οπίσθιο νωτιαιοπαρεγκεφαλιδικό δεμάτιο”
“nerve fascicle, muscle fascicle στην αγγλική Βικιπαίδεια”
“sheaf (mathematics), bundle (mathematics) στην αγγλική Βικιπαίδεια”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free