Σημασία του γυαλίζω | Babel Free
ʝaˈli.zoΟρισμοί
-
λάμπω, αστράφτω, στίλβω, είμαι γυαλιστερός intransitive
-
κάνω κάτι να λάμπει, να είναι γυαλιστερό / αστραφτερό transitive
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of γυαλίζω.
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Γυάλισα ένα κατοστάρικο και με βοήθησε.”
I flashed a 100 Euro note and he helped me.
“το μαγαζί γυάλιζε από καθαριότητα”
“γυάλισα τα ασημικά”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free