HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← γυαλίζω — definition

Conjugation of γυαλίζω

Regular CEFR B1
ʝaˈli.zo

κάνω κάτι να λάμπει, να είναι γυαλιστερό / αστραφτερό Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ γυαλίζω
εσύ γυαλίζεις
αυτός / αυτή / αυτό γυαλίζει
εμείς γυαλίζουμε
εσείς γυαλίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά γυαλίζουν
Παρατατικός
εγώ γυάλιζα
εσύ γυάλιζες
αυτός / αυτή / αυτό γυάλιζε
εμείς γυαλίζαμε
εσείς γυαλίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά γυάλιζαν
Αόριστος
εγώ γυάλισα
εσύ γυάλισες
αυτός / αυτή / αυτό γυάλισε
εμείς γυαλίσαμε
εσείς γυαλίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά γυάλισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γυαλίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ γυαλίσω
εσύ γυαλίσεις
αυτός / αυτή / αυτό γυαλίσει
εμείς γυαλίσουμε
εσείς γυαλίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά γυαλίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ γυαλίζε
εσείς γυαλίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ γυαλίσε
εσείς γυαλίστε
Απαρέμφατο αορίστου
γυαλίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ γυαλίζομαι
εσύ γυαλίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό γυαλίζεται
εμείς γυαλιζόμαστε
εσείς γυαλίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά γυαλίζονται
Παρατατικός
εγώ γυαλιζόμουν
εσύ γυαλιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό γυαλιζόταν
εμείς γυαλιζόμασταν
εσείς γυαλιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά γυαλίζονταν
Αόριστος
εγώ γυαλίστηκα
εσύ γυαλίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό γυαλίστηκε
εμείς γυαλιστήκαμε
εσείς γυαλιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά γυαλίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γυαλιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ γυαλιστώ
εσύ γυαλιστείς
αυτός / αυτή / αυτό γυαλιστεί
εμείς γυαλιστούμε
εσείς γυαλιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά γυαλιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς γυαλίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ γυαλίσου
εσείς γυαλιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
γυαλιστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary