γραφικός
Ορισμοί
- σχετικός με τη γραφή
- σχετικός με το σχέδιο
- γοητευτικός, χαριτωμένος
- περίεργος, παράξενος, εκκεντρικός, συνήθως με αρνητική έννοια και ενίοτε συγκατάβαση
Ισοδύναμα
32 more languages
العربيةوصفي
DeutschanschaulichbiblischbilderreichbildhaftbildlichbildschönbuntbuntfarbigfarbenfrohfarbenreichGrafikgrafischkauzigkunterbuntmalerischpittoreskplakativplastischwunderlich
Esperantopitoreska
Galegobíblico
हिन्दीरंगदार
Magyarfestői
한국어다채롭다
Kurdîpêlik
Latinabiblicus
Lietuviųvaizdingas
Românăpitoresc
ไทยเพี้ยน
Παραδείγματα
“Αγόρασα τετράδια και γραφική ύλη.”
“γραφικές τέχνες (ή γραφιστικές)”
“※ Εξακολουθούσε να έχει το πιστό του ακροατήριο, αλλά ένα ακροατήριο πλέον συρρικνωμένο, γραφικό, του πολιτικού τζερτζελέ μάλλον παρά της πολιτικής ουσίας (Πέτρος Τατσόπουλος, Είσαι και φαίνεσαι: Μια αιχμηρή ματιά, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)”
“γραφικός άνθρωπος, ο sui generis”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free