Meaning of γραφικός | Babel Free
/ɣɾa.fiˈkos/Ορισμοί
- σχετικός με τη γραφή
- σχετικός με το σχέδιο
- γοητευτικός, χαριτωμένος
- περίεργος, παράξενος, εκκεντρικός, συνήθως με αρνητική έννοια και ενίοτε συγκατάβαση
Παραδείγματα
“Αγόρασα τετράδια και γραφική ύλη.”
“γραφικές τέχνες (ή γραφιστικές)”
“※ Εξακολουθούσε να έχει το πιστό του ακροατήριο, αλλά ένα ακροατήριο πλέον συρρικνωμένο, γραφικό, του πολιτικού τζερτζελέ μάλλον παρά της πολιτικής ουσίας (Πέτρος Τατσόπουλος, Είσαι και φαίνεσαι: Μια αιχμηρή ματιά, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)”
“γραφικός άνθρωπος, ο sui generis”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.