Σημασία του γιακάς | Babel Free
ʝaˈkasΟρισμοί
- το τμήμα του ρούχου που βρίσκεται γύρω από το λαιμό
- ανδρικό επώνυμο
- το πέτο (σε ρούχα όπως το σακκάκι, όπου ο γιακάς αποτελείται από το ίδιο κομμάτι υφάσματος με το πέτο)
- η πάνω διπλωμένη πλευρά του ιστίου (πανιού) προς ενίσχυσή του
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“παλιά οι γιαγιάδες κολλάρανε τους γιακάδες με ζάχαρη για να είναι πιο εμφανίσιμοι”
“τον έπιασε από το γιακά”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free