HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

πέτο

Ουσιαστικό CEFR C2 Specialized
ˈpe.to

Ορισμοί

  1. το μέρος του σακακιού που διπλώνει στο στήθος και συνεχίζεται πίσω από το λαιμό για να σχηματίσει το γιακά
  2. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)

Ισοδύναμα

EnglishLapel
Françaiscolbacrevers
25 more languages
العربيةطية
Bosanskibonaklapaklopašlagve
Catalàsolapa
Češtinaklopalaple
Cymraegllabed
Ελληνικάγιακάς
Gaeilgebónaliopa
Galegolapela
עבריתדש
Hrvatskiklapaklopašlagve
Magyarhajtóka
Italianorisvolto
한국어
Kurdîbonave
Nederlandsrevers
Portuguêslapela
Românărever
Српскиklapaklopašlagve
Svenskaslag
Türkçeklâpa
Tiếng Việtve

Παραδείγματα

“※ Αυτή ήταν η κυρία Νίτσα, μητέρα Μενελάου, ιδιοκτήτρια βίλας με κοτέτσι. Μαλλί κόκαλο από τη λακ, δαντελένιο ταγέρ μαύρο, καρφίτσα στο πέτο, καλσόν με ραφή -για μεγαλύτερη επισημότητα- και παντούφλα λουστρίνι- για μεγαλύτερη άνεση (Μαίρη Κόντζογλου, Περπάτα με τον άγγελό σου, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)”
“※ Πῶς εἶναι δυνατόν νά ἐπιβάλη εἰς τούς ράπτας νά μήν μεταχειρίζωνται πλέον λέξεις καθώς πανταλόνι, ζακέτα, καβαδούρα, καβάλο, παραμέντα, φιλέτο, μπαμπίλα, πέτο, μονόπετο, δίπετο, κρουαζέ, ρεβέρ, σκέτη ραφή, πενιέ, καρτέ, ντεφέτο κτλ. (Μανόλης Τριανταφυλλίδης, Ξενηλασία ἤ ἰσοτέλεια, κεφάλαιο: Ἠμποροῦν νά φύγουν αἱ ξέναι λέξεις;, εκδ. Π. Δ. Σακελλάριος, 1905, σελ. 45 https://www.google.gr/books/edition/Xen%C4%93lasia_%C4%93_isoteleia/-k8-AAAAYAAJ?hl=el&gbpv=1&dq=%22%CF%80%CE%B5%CE%BD%CE%B9%CE%AD%22&pg=PA45&printsec=frontcover)”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη πέτο σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free