HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πέτο | Babel Free

Noun CEFR C2 Specialized
/ˈpe.to/

Ορισμοί

  1. το μέρος του σακακιού που διπλώνει στο στήθος και συνεχίζεται πίσω από το λαιμό για να σχηματίσει το γιακά
  2. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)

Ισοδύναμα

English Lapel

Παραδείγματα

“※ Αυτή ήταν η κυρία Νίτσα, μητέρα Μενελάου, ιδιοκτήτρια βίλας με κοτέτσι. Μαλλί κόκαλο από τη λακ, δαντελένιο ταγέρ μαύρο, καρφίτσα στο πέτο, καλσόν με ραφή -για μεγαλύτερη επισημότητα- και παντούφλα λουστρίνι- για μεγαλύτερη άνεση (Μαίρη Κόντζογλου, Περπάτα με τον άγγελό σου, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)”
“※ Πῶς εἶναι δυνατόν νά ἐπιβάλη εἰς τούς ράπτας νά μήν μεταχειρίζωνται πλέον λέξεις καθώς πανταλόνι, ζακέτα, καβαδούρα, καβάλο, παραμέντα, φιλέτο, μπαμπίλα, πέτο, μονόπετο, δίπετο, κρουαζέ, ρεβέρ, σκέτη ραφή, πενιέ, καρτέ, ντεφέτο κτλ. (Μανόλης Τριανταφυλλίδης, Ξενηλασία ἤ ἰσοτέλεια, κεφάλαιο: Ἠμποροῦν νά φύγουν αἱ ξέναι λέξεις;, εκδ. Π. Δ. Σακελλάριος, 1905, σελ. 45 https://www.google.gr/books/edition/Xen%C4%93lasia_%C4%93_isoteleia/-k8-AAAAYAAJ?hl=el&gbpv=1&dq=%22%CF%80%CE%B5%CE%BD%CE%B9%CE%AD%22&pg=PA45&printsec=frontcover)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πέτο used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course