HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of βεντέτα | Babel Free

Noun CEFR C2 Specialized
/venˈde.ta/

Ορισμοί

  1. η αίσθηση της υποχρέωσης (αντ)εκδίκησης που διακατέχει κάποιον, εξαιτίας κάποιας αδικίας που έγινε στον ίδιο ή την οικογένεια του, καθώς και οι ενέργειες (π.χ. φόνοι) που γίνονται στα πλαίσια αυτά
  2. πρόσωπο (κυρίως του θεάματος: ηθοποιός, τραγουδιστής) που έχει αποκτήσει μεγάλη φήμη και (ενδεχομένως) έχει εκκεντρική, υπεροπτική ή αλαζονική συμπεριφορά

Ισοδύναμα

English Vendetta

Παραδείγματα

“※ Οι μάγκες αποκαλούν κωλάδικα εκείνα τα άνοστα κέντρα διασκεδάσεως, όπου παίζουν διάφορες βεντέτες του μπουζουκιού. […] Μέσα σε ελάχιστα χρόνια το κωλάδικο επέβη το κατ' εξοχήν κέντρο διασκεδάσεως των κώλων, τουτέστιν των μπουρζουάδων”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See βεντέτα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course