Σημασία του βεντέτα | Babel Free
venˈde.taΟρισμοί
- η αίσθηση της υποχρέωσης (αντ)εκδίκησης που διακατέχει κάποιον, εξαιτίας κάποιας αδικίας που έγινε στον ίδιο ή την οικογένεια του, καθώς και οι ενέργειες (π.χ. φόνοι) που γίνονται στα πλαίσια αυτά
- πρόσωπο (κυρίως του θεάματος: ηθοποιός, τραγουδιστής) που έχει αποκτήσει μεγάλη φήμη και (ενδεχομένως) έχει εκκεντρική, υπεροπτική ή αλαζονική συμπεριφορά
Ισοδύναμα
Bosanski
вражда
Dansk
blodhævn
Suomi
verikosto
Gàidhlig
falachd
Hrvatski
вражда
Հայերեն
վենդետա
ქართული
სისხლის აღება
Português
rivalidade
Română
vendetă
Shqip
gjakmarrje
Српски
вражда
Tagalog
rido
Türkçe
kan davası
Tiếng Việt
thứ mẫu
Παραδείγματα
“※ Οι μάγκες αποκαλούν κωλάδικα εκείνα τα άνοστα κέντρα διασκεδάσεως, όπου παίζουν διάφορες βεντέτες του μπουζουκιού. […] Μέσα σε ελάχιστα χρόνια το κωλάδικο επέβη το κατ' εξοχήν κέντρο διασκεδάσεως των κώλων, τουτέστιν των μπουρζουάδων”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free