Meaning of βαρύς | Babel Free
/vaˈɾis/Ορισμοί
- που έχει μεγάλο βάρος, που ζυγίζει πολλά κιλά
- που έχει μεγάλη πυκνότητα
- που έχει μεγάλη ποσότητα από μια ουσία, πολύ έντονη γεύση ή έχει άσχημη επίδραση στον οργανισμό
- που δείχνει σημάδια επιδείνωσης
-
που αναμένεται να έχει άσχημες επιπτώσεις figuratively
-
άσχημος, γεμάτος ένταση ή στενοχώρια figuratively
- κακοδιάθετος ή/και υπερβολικά σοβαρός, σε σημείο αγένειας καμιά φορά
Παραδείγματα
“το παλιό έπιπλο ήταν βαρύ κι ασήκωτο”
“όταν κάποιοι έλεγαν ότι θα φτιάξουν ιπτάμενες συσκευές πιο βαριές από τον αέρα, τους έλεγαν αιθεροβάμονες”
“έναν καφέ πολλά βαρύ, παρακαλώ”
“το στιφάδο είναι βαρύ φαγητό και με πειράζει”
“βαριά ποτά, βαριά τσιγάρα”
“ο καιρός ήταν βαρύς και φαινόταν ότι θα βρέξει”
“οι κατηγορίες εναντίον του ήταν βαρύτατες”
“η ατμόσφαιρα ανάμεσα στους δυο παλιούς φίλους ήταν πολύ βαριά”
“Σήμερα το πρωί ο Γιώργος ήταν βαρύς κι ασήκωτος. Τι να του συνέβη άραγε;”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.