Σημασία του βαραίνω | Babel Free
vaˈɾe.noΟρισμοί
- βάζω βάρος πάνω σε κάτι ή κάποιον
-
στενοχωρώ, κουράζω figuratively
- έχω σχέση, καταλογίζω, επιρρίπτω μερίδιο ευθύνης
-
παίζω σημαντικό ρόλο, σημαίνω πολλά figuratively
- γίνομαι (ή αισθάνομαι / νιώθω) πιο βαρύς
-
κουράζομαι, δυσφορώ figuratively
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of βαραίνω.
Ισοδύναμα
العربية
أناء
Cymraeg
pwyso i lawr
Ελληνικά
παραφορτώνω
Español
lastrar
Te Reo Māori
tao
ไทย
ทับ
Українська
тяжити
Παραδείγματα
“※ Οι σκέψεις αυτές βάρυναν ακόμα πιο πολύ την καρδιά. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)”
“※ Η ευθύνη βέβαια δεν βαραίνει μόνο τους πολιτικούς προϊστάμενούς μας. Ανάλογη ευθύνη βαραίνει και όλους εμάς που ασχολούμαστε με τον τουρισμό καθώς επί σειράν ετών αποτύχαμε να πείσουμε την πολιτεία για τη σημασία και τη συνεισφορά του τομέα στην εθνική οικονομία. (* εφημερίδα Το Βήμα)”
“※ Ο Λάμπρος έχει βαρύνει με το φαγητό και τα ματάκια του βασιλεύουν. (Πέτρος Μάρκαρης (2020) Ο φόνος είναι χρήμα [μυθιστόρημα])”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free