Meaning of βάλτος | Babel Free
/ˈval.tos/Ορισμοί
- η έκταση γης πλημμυρισμένη από γλυκό νερό με χαρακτηριστική βλάστηση από καλαμιώνες και βούρλα
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
-
στάσιμη κατάσταση χαρακτηριζόμενη από την έλλειψη εξέλιξης και δημιουργικής πνοής figuratively
-
ανήθικη κατάσταση figuratively
Παραδείγματα
“≈ συνώνυμα: έλος”
“≈ συνώνυμα: ακινησία, βαλτόνερα, στασιμότητα, τέλμα”
“≈ συνώνυμα: βούρκος”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.