Meaning of βάρβαρος | Babel Free
/ˈvarvaros/Ορισμοί
- ανδρικό όνομα
- που δεν έχει ελληνική καταγωγή
- αυτός που κατοικούσε έξω από τα σύνορα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και θεωρούνταν καθυστερημένος και απολίτιστος
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Constantine Cavafy (1863-1933), Περιμένοντας τους Bαρβάρους [Waiting for the Barbarians] and audio at The official website of the Cavafy Archive Τι περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι; Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα. Ti periménoume stin agorá synathroisménoi? Eínai oi várvaroi na fthásoun símera. What are we waiting for, assembled in the forum?”
The barbarians are due here today.
“※ Κωνσταντίνος Καβάφης, Περιμένοντας τους βαρβάρους' (1904), στίχ. 1-2 & οι δύο τελευταίες στροφές”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.